
Εύχομαι σε όλους σας υγεία και ευτυχία!!!! Είναι οι πιο συνηθισμένες ευχές και όμως οι πιο σημαντικές!!! Σε όλους σας και σε όλους τους ανθρώπους που αγαπάτε!!! Αλλά και τους εχθρούς σας. Στο κάτω κάτω ποιο είναι το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων αν πραγματικά δεν αγαπάμε και δεν συγχωρούμε και τους χειρότερους εχθρούς μας??
Μένια
Ήταν μόνο 27. Τον έλεγαν Δώρη. Από το Δωρόθεος. Πάντα σχολίαζε αρνητικά το όνομα του παππού του που το σιχαινόταν και του έδωσαν οι γονείς του, αλλά δεν μπορούσε φυσικά να το αλλάξει. Για αυτό το έκοψε, και το άλλαξε σε Δώρη. Ήταν αρκετά ανοιχτόχρωμος για Ελληνας, με ίσιο μαλλί, και μπλε σκούρα μάτια, όπως το χρώμα της ανοιχτής καθαρής θάλασσας. Είχε σπουδάσει γραφίστας και λόγω κάποιων γνωριμιών, κατάφερε αμέσως μετά το πανεπιστήμιο να ανοίξει το δικό του γραφείο , και να είναι ήδη πετυχημένος στο χώρο.
Ένας τόσο ωραίος άντρας, πετυχημένος, αλλά μόνος. Είχε δοκιμάσει αρκετές σχέσεις ως τώρα, με πολύ ωραίες γυναίκες που κάποιοι θα θεωρούσαν ανέφικτο ποτέ να τους κοιτάξουν καν. Και όμως! Καμία δεν ήταν αρκετή για αυτόν . Όσο ωραία και όσο πετυχημένη να ήταν.
Ίσως γιατί δεν άγγιξαν πραγματικά τη ψυχή του και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν το ωραίο αμάξι ή τα ακριβά δώρα ή το ωραίο σπίτι. Καμία όμως δεν κοίταξε πραγματικά μέσα του, τα θέλω του, τα πιστεύω του και ότι κρύβει μέσα στο μυαλό και τη καρδιά του.
Πλέον μετά από όλες αυτές τις απογοητεύσεις, επέλεξε να μείνει μόνος του. Φυσικά τα τηλέφωνα χτυπούσαν από γυναίκες που θα ήθελαν να βγουν μαζί τους, αλλά εκείνος αφού έβλεπε το νούμερο, το έβαζε στο αθόρυβο και απλά το άφηνε να χτυπάει. Τελευταία μάλιστα είχε γίνει τόσο σπιτόγατος που ούτε έβγαινε να συναντήσει τους φίλους του στο γνωστό στέκι της γωνία. Προτιμούσε να ανάβει το τζάκι στο σπίτι, και αν έρχοταν κάποιος φίλος στο σπίτι, ήταν πάντα καλοδεχούμενος. Αλλά ως εκεί.
Πήγαινε το πρωί στη δουλειά, δούλευε μέχρι αργά, όσο πιο αργά μπορούσε, για να μη γυρνάει νωρίς στο σπίτι, ύστερα πήγαινε να ξεκουραστεί για λίγο δίπλα στη φωτιά, και μετά ύπνο με παρέα τον αγαπημένο του ραδιοφωνικό σταθμό. Και όλες οι μέρες κυλούσαν έτσι.
Τα σαββατοκύριακα του άρεσε να διαβάζει, και διάβαζε τόσο πολύ και τόσο γρήγορα, που πλέον δεν είχε που να βάλει τόσα βιβλία. Του άρεσε να τα διαλέγει με την ησυχία του από το internet και πάντα όταν τα παραλάμβανε έκανε σαν μικρό παιδί. Οι κατηγορίες ήταν αλφαβητικά. Κάποια στιγμή κατά λάθος όμως πάτησε το Ε και όχι το Λ για τη λογοτεχνία όπως συνήθως. Από περιέργεια, μια και έκανε το λάθος, κοίταξε τις κατηγορίες και κάποια του έκανε εντύπωση. "Εσωτερισμός". "Τι είναι αυτό?" σκέφτηκε και ακούστηκε το κλικ του ποντικιού να πατάει τη κατηγορία αυτή. Είδε περίεργους τίτλους όπως γρημμόρια, τελετές, εσωτερικά τάγματα, αστρικό πεδίο, δέντρο της ζωής και ένα σωρό άλλα. Είδε συγγραφείς που ενώ είχε διαβάσει πολλά βιβλία, ποτέ δεν τους είχε ξαναδεί. "Χμμμ γιατί όχι? Καιρός να επεκτείνω τους ορίζοντές μου στο κάτω κάτω" σκέφτηκε.
Ετσι στα τυφλά περίπου διάλεξε τέσσερα βιβλία και πάτησε το κουμπί της παραγγελίας στα στοιχεία που ήδη υπήρχαν στο αρχείο του online βιβλιοπωλείου. Σε δύο ημέρες τα είχε παραλάβει. Όταν άνοιξε το κουτί και τα πήρε στα χέρια του, το πρώτο που πήρε να κάνει ήταν να περιεργαστεί τα εξώφυλλα. Τι περίεργα που ήταν! Τι παράξενα σχέδια! Και τι όμορφα συγχρόνως!
Ε! καλα, μη νομίζετε ότι θα τελειώσω την ιστορία μου εδώ!!! χαχαχαχα
Αν τυχόν περιμένατε το τέλος, είστε γελασμένοι, θα σας σκάσω. Το τέλος έχω σκοπό να το γράψω αλλού. Βασικά ούτε εγώ ξέρω που, αλλά θα ενημερώσω για το που και το πότε!!! σας ευχαριστώ όλους όσους διαβάσατε το "παραμυθάκι" μου
Στο μυαλό της είχε συνέχεια την Ελπιδώρα. Τι έπρεπε να θυμήθεί? Τι έπρεπε να ξεχάσει? Τι έπρεπε να φτιάξει σε αυτή τη ζωή?
Τα βράδυα της πια είχαν γίνει εφιαλτικά. Δεν κοιμόταν, δεν σκεφτόταν, δεν μπορούσε τα πρωινά να δουλέψει, δεν μπορούσε να μιλήσει γιατί ήταν πάντα αφηρημένη. Όλα γυρνούσαν γύρω από την ελπιδώρα.
Αυτό που σίγουρα δεν μπορούσε να ξεχάσει ήταν η σπηλιά. Το όνειρο που έβλεπε εδώ και χρόνια, με εκείνο τον όμορφο τόπο, με το ποτάμι και τα βράχια και το πράσινο γύρω γύρω. Η σπηλιά. Κάτι πρέπει να έχει να κάνει με την Ελπιδώρα αυτή η σπηλιά. Αλλά τι?
Κάποια στιγμή είχε πάει σε μία πολύ καλή φίλη, ηλικιωμένη, για να δει τι κάνει. Και εκείνη ως συνήθως προσφέρθηκε να της πει τον καφέ.
Και χωρίς να ξέρει, άρχισε να της λέει "Βλέπω μία σπηλιά, μέσα σε αυτή τη σπηλιά υπάρχουν πολλά λεφτά, μα πάρα πολλά, για να ζήσουν καλά μέχρι και τα δισέγγονά σου, μια κάσα γεμάτη με χρυσάφι.Ουρές κάνουν τα κέρματα αυτά"
Η Ελένη δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά της. Μα είναι δυνατόν? που ξέρει για τη σπηλιά. Και τι λεφτά λέει ότι υπάρχουν εκεί? πως πήγαν εκεί και τι δουλειά έχω εγώ με αυτά?
Είχε πονέσει πια το κεφάλι της να σκέφτεται όλα αυτά και να προσπαθεί να κάνει συνδυασμούς με ότι άκουγε και ότι ένιωθε. Κάποιοι συνδυασμοί όμως είναι διαβολικοί.
Οι συναντήσεις με τον Λάζαρο συνεχιζόταν και κάποια μέρα της είπε.
"Σε ένα μέρος που υπάρχουν λεύκες και ποτάμι και πράσινο έχεις κρύψει ένα μεγάλο σεντούκι με χρυσές λίρες". Έκανες 6 ώρες με το άλογο για να πας και 6 ώρες για να γυρίσεις στο σπίτι σου αφού τις έκρυψες σας Ελπιδώρα."
Και πως θα το βρω? Πως θα ψάξω? τον ρώτησε
"Σε αυτό δεν μπορώ να σου απαντήσω εγώ, εσύ θα πρέπει να απαντήσεις"
Μέσα στην απελπισία της πήρε ένα χάρτη και προσπαθούσε να βρει ένα μέρος που ήταν κοντά στο τόπο κατοικίας της και προσπαθούσε να φανταστεί που μπορεί να βρίσκεται ένας τόπος που θα κανεις 6 ώρες με το άλογο χωρίς δρόμους, μέσα από τα βουνά, μιας και τότε δεν υπήρχαν δρόμοι.
Αλλά δεν μπορούσε να βρει κάτι. Ήταν άπειρα ουσιαστικά αυτά τα μέρη. Προσπαθούσε να καταλάβει μήπως η διαίσθησή της της έλεγε κάτι αλλά μπα.... με τόσο μπερδεμένο μυαλό πως μπορούσε να ηρεμήσει και να σκεφτεί??
Να που ήρθε μια μέρα μετά από το ψάξιμο που ξαναπήγε για καφέ. Και κάθησε με προσοχή να ακούσε την ηλικιωμένη φίλη της, τι θα της έλεγε σήμερα.
"Νάτο πάλι το χρυσάφι, πωπω χρυσάφι..... δικό σου είναι όλο"
Το βλέπεις που βρίσκεται? τη ρώτησε
"Ναι, είναι κοντά σε ένα μέρος που έχει μεγάλες, τεράστιες πόρτες, δικό σου μέρος. Είναι λίγο πιο πέρα από κει"
Δικό μου μέρος με τεράστιες πόρτες? μα δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο. Ποιο μπορούσε να ήταν?
Και όμως!!!! υπήρχε ένα τέτοιο μέρος. Η πρωινή της δουλειά, σε ένα εργοστάσιο που δούλευε και είχε τεράστιες πόρτες για να μπαίνουν τα φορτηγά μέσα και να φορτώνουν.
Που όμως εκεί κοντά? Μόνο μία διαδρομή θα μπορούσε να σκεφτεί! ανηφορικά!
Μιλάει λοιπόν με τον Λάζαρο και μία μέρα ξεκινούν και πέρνουν τον δρόμο ανηφορικά. Τον πηγαίνει κάπου που φαντάστηκε ότι μπορεί να ήταν αυτό το μέρος. Ναι μεν υπήρχε κάτι δυνατό εκεί αλλά δεν ήταν αυτός ο τόπος.
Είχε λεύκες, είχε ποτάμι, αλλά δεν ήταν εκεί.
Πήγαν λίγο πιο κάτω, κάπου που ο Λάζαρος ένιωσε ότι κάτι μπορεί να υπήρχε εκεί. Με το που κατεβήκαν από το αυτοκίνητο, της λέει , εδώ είναι!!!! σίγουρα!!!!!
Το μέρος όμως ήταν τεράστιο, δισπρόσιτο, και δεν μπορούσες να δεις ότι υπήρχε κάποια σπηλιά ή κάτι τέτοιο!! βράχια και πράσινο και ένα ποταμάκι. Γύρω γύρω λέυκες. Και όμως αυτό το μέρος κάτι της θύμιζε.
Την άλλη μέρα συναντήθηκε με τη Ρούλα και της είπε όλη αυτή την ιστορία. Η Ρούλα εντυπωσιασμένη, της λέει, πάμε να δούμε τώρα!! Μπήκαν στο αμάξι και κατευθείαν φύγαν.
Εκεί με το που φτάσαν, ανεβήκαν όσο μπορούσαν τα βράχια και είδαν κάτι σας μεγάλες τρύπες που χωρούσε όμως ένα ανθρώπινο σώμα, σκυμμένο. Αυτές οι τρύπες στα βράχια είχαν κλείσει ουσιαστικά και δεν φαινόταν από μακριά, από κοντά όμως μπορούσες να τις ξεχωρίσεις. Είδαν τρεις. Και της είπε η Ρούλα "σε μία από αυτές θα είναι"
Ξανά απελπισμένη η Ελένη πήγε για άλλον έναν καφέ
Εντυπωσιασμένη λοιπόν ακούει τη φίλη της να της λέει "εκεί που πήγατε και ψάξατε, εκεί είναι το χρυσάφι, όχι στη πρώτη όχι στη δεύτερη τρύπα, αλλά στη τρίτη, εκεί να ψάξετε, δεν είναι βαθιά, ίσα που θα σκύψετε και θα τα πάρετε"
Η Ελένη πίστευε στην ερμηνεία του καφέ, αλλά τόσο πολύ??? Δεν μπορούσε να καταλάβει πως της έλεγε ακριβώς όλα αυτά που εκείνη είδε με τα μάτια της!!!
Συνεχίζεται....
Ήταν ένας άντρας, όχι ψηλός, φαλακρός, χοντρούλης, με ένα πολύ άγριο ύφος και με δύο σημάδια στο δέρμα του ακριβώς πάνω από τα φρύδια, λες και θα βγαίναν κέρατα. Έτσι της φάνηκε.
Αφού τους ρώτησε αν θέλουν καφέ, κάθησε μαζί τους και πιάσαν τη κουβέντα.
"Δεν μου λες?" της λέει της Ρούλας "θα με αφήσεις καθόλου να κοιμηθώ? γιατί με ζητάς συνέχεια?" συνέχισε.
Γελώντας η Ρούλα του λέει "ε τι να κάνω βρε Λάζαρε, αφού σε χρειάζομαι"
"Ναι , εντάξει, αλλά εκείνη την ώρα που πάω να ησυχάσω πάντα με χρειάζεσαι? επίτηδες το κάνεις?" της ξαναλέει
Και όλοι μαζί γελάσαν. Κάτι δεν καταλάβαινε όμως η Ελένη. Τον παίρνει τηλέφωνο και τον ζητάει? τι γίνεται? Την εξήγηση την έδωσε αμέσως η Ρούλα αφού την είδε απορημένη
"Πάντα όταν τον χρειάζομαι, τον σκέφτομαι έντονα, και είναι σαν να του στέλνω ένα μήνυμα, το οποίο αυτός φυσικά λαμβάνει και με παίρνει τηλέφωνο με τη πρώτη ευκαιρία"
Και δεν ήταν το μόνο περίεργο που άκουσε εκείνη τη μέρα. Αλλά ακόμα σκεφτόταν γιατί την είπε Ελπιδώρα όταν τη συνάντησε.
Ο Λάζαρος φυσικά το κατάλαβε και άρχισε να της λέει
"Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο σε έψαξα, έψαξα ποια ήσουν αν ήσουν, τι ήσουν και τι έκανες παλιότερα. Και για να σου λύσω την απορία, γιατί βλέπω ότι τόση ώρα θες να ρωτήσεις αλλά δεν το κάνεις, έζησες κάπου στο 300μΧ, εδώ κοντά, οι ψυχές μας βλεπεις δεν απομακρύνονται και πολύ, ήσουν μία πολύ κακιά μάγισα, και έκαψες πολλές ψυχές για τα μάτια ενός άντρα. Το θέμα είναι ότι έχεις ακόμα πολλές δυνάμεις, αλλά και πολύ κακό κάρμα από τότε, που ακόμα πληρώνεις"
Κακά τα ψέματα, ίσως να ήταν και αυτή η δικαιολογία που έψαχνε για τις τόσες ατυχίες στη ζωή της μέχρι τότε.
Αλλά που τα ξέρει όλα αυτά? πως τα έμαθε? και πως μπορώ εγώ να τον πιστέψω? "Μπα, καλό το παραμυθάκι του, αλλά σιγά τα ωά" σκέφτηκε.
"Ψάξε για σημάδια, για αποδείξεις, και γω μαζί σου" της είπε, όταν κατάλαβε από το ύφος της πως δεν τον πίστευε.
Οι επόμενες μέρες κύλησαν με πολλές συζητήσεις, με πολύ παρέα. Πάντα όμως μία κοπέλα δεν έρχοταν όταν ήταν ο Λάζαρος εκεί. Η Μαρία. Ο Λάζαρος ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί της, και έκανε πράγματα που δεν άντεχε η Μαρία που δεν τον ήθελε. Μέχρι που έκανε και αστρικά ταξίδια όπως έλεγε και πήγαινε δίπλα της όταν αυτή κοιμόταν. Χα! ανακαλύψαμε τον διακτινισμό. Έλα όμως που καποια στιγμή η Μαρία είπε (χωρίς να γνωρίζει τι έκανε ο Λάζαρος αφού το είχε πει μονο σε μας) ότι αισθανόταν παρουσία δίπλα της κάποια βράδια , και κάποια μάλιστα από αυτά ήταν σαν να την άγγιζε κάποιος, και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Πάντα ήξερε ότι ήταν αυτός, αλλά δεν ήθελε να το πιστέψει.
Ήρθε λοιπόν η ώρα ο Λάζαρος να πρέπει να τελέσει στη πανσέληνο. Ζήτησε λοιπόν από την Ελένη μήπως ήθελε να παρευρεθεί στη τελετή αυτή. Φυσικά και ήθελε. Πάντα το ήθελε χωρίς να ξέρει το γιατί.
Πήγαν λοιπόν στο δασάκι πιο πάνω. Ήταν γύρω στις 9.30 το βράδυ. Η πανσέληνος έλαμπε στον ουρανό. Ήταν τόσο φωτεινή. Αυγουστιάτικη βλέπεις.
Με το που κατεβήκαν από το αυτοκίνητό της προχώρησε πιο πέρα και πήρε ένα ξύλο στα χέρια του και αρχισε να χαράζει ένα κύκλο στο χώμα.
"Προσεχε! ότι και να γίνει, δεν θα βγεις από το κύκλο!!! Είσαι προστατευμένη εδώ μέσα!!! Πρόσεχε γιατί μετά δεν ξέρουμε τι μπορεί να γίνει!!" της είπε της Ελένης.
Εκείνη κούνησε το κεφάλι καταφατικά ότι συμφωνούσε και μπήκαν και οι δύο μέσα στο κύκλο. Έβαλε τα χέρια πίσω στη πλάτη της και κατέβασε το κεφάλι. Ο Λάζαρος πήρε ένα χαρτί στα χέρια του και άρχισε να διαβάζει σε μία γλώσσα που εκείνης της φάνηκε πολύ οικεία. Και μετά στα ελληνικά γυρνούσε σε κάθε κατεύθυνση της γης, βορρά, δύση, νότο, ανατολή και καλούσε φύλακες. Ούτε που ήξερε τι γινόταν, αλλά παρέμενε εκεί, ακίνητη με το κεφάλι σκυφτό. Μετά τον ακούει να καλεί διάφορες οντότητες. Τότε εκείνη άρχισε να ακούει γριλίσματα αριστερά της. Χωρίς να κουνήσει το κεφάλι της γυρνάει τα μάτια της όσο μπορούσε και βλέπει δύο σκιές σαν από λύκων, με πολύ γιαλιστερά μάτια σαν διαμάντια, να τους κοιτάνε αγριεμένοι. "Ωχ " σκέφτηκε "θα μας φάνε ζωντανούς". Αφού ο Λάζαρος συνέχιζε να διαβάζει, εκείνη μέσα στη δροσιά του δάσους εκείνη την κατά τα άλλα όμορφη νύχτα, ένιωσε ζέστη να διαπερνά κατά διαστήματα το σώμα της. Ήταν λες και μέσα σε αυτή τη δροσιά, κάποιος να φυσούσε ανά διαστήματα το σώμα της με ένα σεσουάρ για τα μαλλιά. Ετσι το αισθάνθηκε. Φοβήθηκε πολύ. Αλλά της είχε πει να μη κουνηθεί και συγκεκριμένα να μη σπάσει το κύκλο.
Κάποια στιγμή κατάλαβε τον Λάζαρο ότι έδιωχνε τις οντότητες αυτές, να διώχνει μετά και τους φύλακες. Τον είδε να βάζει το χαρτί που κρατούσε στη τσέπη του. "Τελειώσαμε" της είπε, και έκανε ένα διστακτικό βήματα έξω από το κυκλο. Περίμενε εκεί για να δει αν θα του συμβεί κάτι. Αφού είδε ότι όλα ήταν εντάξει, της λέει της Ελένης "Έλα, όλα είναι εντάξει, πάμε να φύγουμε". Η Ελένη τρεμάμενη ακόμα, μπήκε στο αμάξι και προσπάθησε να οδηγήσει. Εκείνο το βράδυ και κάποια υπόλοιπα δεν κοιμήθηκε. Θυμόταν ακόμα εκείνο το βράδυ. Και φυσικά πως θα μπορούσε να ξεχάσει αυτά που της είπε ο Λάζαρος για την Ελπιδώρα. Επρεπε κάπως να μάθει, ή αν ήταν αλήθεια, έπρεπε να θυμηθεί.
συνεχίζεται...
Next day came.
Elpidora even she was tired enough from the ritual that made for Hecate the previous night, she woke up happy. She was waiting the unexpected. To make him hers.
The door knocked. She went quickly to open it. But unfortunately it was Artemis.
"What happened?" she asked her when she saw her
"Oh! it's you!" Elpidora said dissapointed.
"Nothing happened yet?" Artemis asked her again
"DO YOU SEE HIM AROUND??" she asked her with her eyes wide open and her face very close to scared girl's face that was feeling her cold breath.
"I'm going to the village to see where he is" she said to the girl while she was wearing her cap on her shoulders and closing the door like mad.
In the center of the village, people were selling their products from their barns. When they saw her, they were looking each other asking what she wanted there. She rarely went out of her house. Something is wrong!
She was looking for him between the villagers. When she was walking everyone were going beside to let her proceed. They were very much afraid of her.
Suddenly she saw him. In the corner, he was holding his work tools, greeting with a kiss his woman.
As much as if the all men there even if fearred, looked at her with appetence, she started to feel simultaneouslydissapointed, confused but angry too.
She said only one thing with low voice "if u cannot become mine, then you don't have to live, or anyone else here"
Throwing a look in all with grin made from revenge and malice, she went in the house almost running
What she only wanted was a ritual that she knew VERY well how to do. She wanted to burn in all the village. Of course, all she would do was to give orders, and nothing else.
But till then she had a lot of work to do. She didn't want to be in this place any more. She decided to go to Thessaloniki. She didn't want to remember him, and all these places were reminding him.
She asked Artemis to go and call the crazy man of the village Ion, that sometimes he was helping her in works, to prepare the horses, and then she told Artemis the following:"After the sun is lost don't sleep, stay awake, till the next sun"
She prepared 2 coffers. The one for her clothes and her papyruses. The other for golden coins that had gathered and had inherit. She could take the first with her. The second, she wanted to hide it, till everything was ok. She wanted first to go to the city, to see if everything was allright, and then she would return to take it.
The evening reached and found Elpidora in the temple of Hekatis that she had built in order to it make her rituals.
After she did what she had to do and after she gave her commandsthere that she should give, the sky began little by little to become red, and human cries to be heard. In the beginning few, and afterwards so much many that were like the sound of pain penetrated pleasantly her ears. Smoke and cries everywhere
"I hope Artemis followed my advice". She may threaten her many times in order to work better for her but with the time she began to care about her. As long as Elpidora could care a person.
"I think my job is done, time to go" she thought. Full with calm she went to her house that wasn't in danger from the fire. There she found Artemis with her mother and her little brother to wait for her.
"I'm glad you followed my advice, and don't you dare to say anything!" told her threateningly. "Well" she said "I'm leaving. The house is yours now, you can stay here with your family" told to the girl while she was suprised with her gesture. " "When I leave, before you get in the house, take this papyrus and read exactly what i'm writting in it, with the way I use the magic droning voices. If you don't say these words right, you won't be able to clean the house, so be very careful!!" and she gave her the papyrus with the magic prayer.
The sun appeared for good. "Good" she thought "my horses won't find any difficulty with the light"
She turned her head for the last time watching the smokes again smiling, gave the order to the horses to walk, and she left.
Her travel for those years was enough distant. To pass those mountains, with two old horses with all her things and gold was very difficult. She should however somewhere hide the coffer with the golden coins. She had already found the suitable place that none would find it.
After 6 hours she reached that place that she would hide the coffer. The horses out of breath went to the river to drink some water.
There, she lowered the coffer with the treasure, and she placed it where shebelieved that it was better. Too many trees around and the river below would complicate the access if somebody wanted to reach there.
It was a place like a small cave in the rock. Round the 3 h 2 metres underneath and enough low that made her bend in order to enter in. But it was a good place for her. Fortunately she didn’t have to dig because there was already a dent that could place it there and could cover it somehow from above with some earth she would find around her.
She should however make also something else in order to ensure that the gold would remain intact from each one. A demon therefore in form of snake was that it should be appropriate. She gave the magic codes in order to recognize her when she would return and after her horses got some rest she left for Thessaloniki.
Unfortunately , it wasn’t her destiny to live in this city too. He was not however written her it lives in this city. It was the year that Theodosios, as new emperor of Byzantium had declared Christianity as official religion and chased anything Pagan without leaving anyone alive.
Elpidora as much as she wanted to be rescued, after so much tiredness and without no force, with pagan discreet symbols on in her dress, was cought by the military men of emperor next day the morning and slaughtered with almost other 7000 persons in the square of racetrack the year 390aC.
Year 2006. A girl around 30, goes tired from one work and goes to the second. Her child has days to see her and he stays at his grandmother and grandfather in order to help his mother work. Her name is Helen.
The night goes to sleep and her legs are in pain from work. However she will dream once again as so many years, from then that she remembers. Today she will see again that place with the hill, and the river passing from front and trees around and more behind a taller mountain. I guess I was Eve and that was garden of Eden, that’s why I see it constantly in my dreams” she thought smiling when she woke up.
Afternoon comes and a colleague’s friend comes at work that she did not know. When however they were known eachother she looked Helen with those grey eyes like the wolf, smiling her, and said “do you know that you were something someday???” Wondered Helen for the silly thing that heard asked “what do you mean??”
The girl with the wolf eyes just smiled and sat opposite to her. “What do you mean with this???” ask her
She smiled once again, smoked a cigarette and she began to say “You were something in the old days, someone important, with powers that you may still have and you perhaps never understood that you have!”
Which forces however are these? Helen did not understand anything. She tried to ask her anything, however she couldn’t understand anything.
“I have to leave now, but I will come tomorrow to find you and we will talk more, but today think of what I told you till now” the mysterious new friend said with the grey eyes and thus simple she left.
Helen sat and thought. What are all these? and how did she think about all these and she told me? and why? “Stupidities” thought and removed everything from her mind.
The next day again the same exhaustive program. The evening however she came again and always smiling she talk to Helen. “Welcome” says Helen, “sit”.
“Do you remember what I said to you yesterday evening?” asked Helen
“Yes I remember” said Helen, “but of course I did not believe anything that you said, you are stupid, I do not know how you thought to tell these things to me”
“Very well” Roula told her, “here are some cards. Tell me my fortune”
“But I don’t how to do this thing” said Helen.
“Of course you know” Roula replied, “so, tell me about me”
Κλείνοντας το τηλέφωνο η Ρούλα, η Ελένη άρχισε και πάλι τις ερωτήσεις
